γυμνασία

γυμν-ᾰσία, ,
A right to use γυμνάσιον, Arist.Pol.1297a17 (s.v.l.); exercise,

σωματικὴ γ. 1 Ep.Ti.4.8

: pl., IG22.1006.65, SIG1073.19 (Olympia, ii A. D.); of military exercises,

ἡ ἐν τοῖς ὅπλοις γ. Plb.4.7.6

; generally, struggle, Str.3.2.7;

αἱ καθ' ἡμέραν γ.

lessons,

D.H.Comp.20

: metaph. of mental exercise, Iamb.Comm.Math.24; freq. of disputation, Pl.Tht.169c, Arist. Top.101a27, al.; training,

γ. πρὸς τὰς πολιτικὰς πράξεις Plb.1.1.2

.
2 Rhet., practice: hence, arrangement, disposition, τοῦ διηγήματος Theo Prog.4, cf. Aphth.Prog.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυμνασία — γυμνασίᾱ , γυμνασία right to use fem nom/voc/acc dual γυμνασίᾱ , γυμνασία right to use fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασία — γυμνασία, η (AM) άσκηση, εξάσκηση αρχ. 1. δικαίωμα για χρησιμοποίηση τού γυμνασίου 2. στρατιωτική άσκηση 3. αγώνας 4. μάθημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυμνάζομαι (πρβλ. εργασία < εργάζομαι)] …   Dictionary of Greek

  • γυμνασίᾳ — γυμνασίαι , γυμνασία right to use fem nom/voc pl γυμνασίᾱͅ , γυμνασία right to use fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνάσια — γυμνάσιον bodily exercises neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασίας — γυμνασίᾱς , γυμνασία right to use fem acc pl γυμνασίᾱς , γυμνασία right to use fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασίαι — γυμνασία right to use fem nom/voc pl γυμνασίᾱͅ , γυμνασία right to use fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασίαν — γυμνασίᾱν , γυμνασία right to use fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασιῶν — γυμνασία right to use fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασίαις — γυμνασία right to use fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασίη — γυμνασία right to use fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασίην — γυμνασία right to use fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.